Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entertainer
01
καλλιτέχνης, ψυχαγωγός
someone who provides enjoyment and amusement to others through various forms of performance, such as music, comedy, acting, or magic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entertainers
Παραδείγματα
The entertainer captivated the audience with his stand-up comedy.
Ο καλλιτέχνης γοήτευσε το κοινό με την stand-up κωμωδία του.



























