Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enterprising
01
επιχειρηματικός, δυναμικός
showing initiative, resourcefulness, and a willingness to undertake new and challenging projects or ventures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enterprising
συγκριτικός βαθμός
more enterprising
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing obstacles, the enterprising student took the initiative to organize a charity event for a local cause.
Παρά τα εμπόδια, ο επιχειρηματικός μαθητής πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει μια φιλανθρωπική εκδήλωση για μια τοπική υπόθεση.
Λεξικό Δέντρο
enterprisingly
enterprisingness
nonenterprising
enterprising



























