Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enshrine
01
αγιάζω, διατηρώ με σεβασμό
to protect and honor something by placing it in a secure or revered place
Παραδείγματα
The university decided to enshrine the achievements of notable alumni in a dedicated hall of fame.
Το πανεπιστήμιο αποφάσισε να αποθεώσει τα επιτεύγματα των αξιοσημείωτων αποφοίτων σε μια αφιερωμένη αίθουσα φήμης.
02
αγιάζω, διατηρώ
to preserve or cherish as though sacred
Παραδείγματα
The university 's values enshrine a dedication to academic excellence and intellectual freedom.
Οι αξίες του πανεπιστημίου εξιερώνουν μια αφοσίωση στην ακαδημαϊκή αριστεία και την πνευματική ελευθερία.
Λεξικό Δέντρο
enshrine
shrine



























