enormousness
e
ɪ
ι
nor
ˈnɔ:
νο
mous
məs
μασ
ness
nəs
νασ

Ορισμός και σημασία του "enormousness"στα αγγλικά

01

τεράστιο μέγεθος, απεραντοσύνη

the quality of being exceptionally large in size, extent, or quantity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The project's success highlighted the enormousness of the team's dedication and effort. 

Η επιτυχία του έργου τόνισε το τεράστιο μέγεθος της αφοσίωσης και της προσπάθειας της ομάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enormousness
enormous
enorm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store