enormity
e
ɪ
i
nor
ˈnɔ:
naw
mi
mi
ty
ti
ti
deformityconformityuniformitynonconformity

Ορισμός και σημασία του "enormity"στα αγγλικά

01

τερατώδης, τερατογένεια

the quality of being shockingly bad or morally wrong 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The novel revealed the enormity of the corruption within the system. 

Το μυθιστόρημα αποκάλυψε την τεράστια διάσταση της διαφθοράς εντός του συστήματος.

02

τεραστιότητα, κτηνωδία

an act of extreme wickedness 
03

τερατώδης, κακοήθεια

the quality of extreme wickedness 
04

τεράστιο μέγεθος, κλίμακα

the great scale or magnitude of something 
Παραδείγματα
The city was devastated by the enormity of the natural disaster. 

Η πόλη καταστράφηκε από την τεράστια φυσική καταστροφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store