Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enormity
01
τερατώδης, τερατογένεια
the quality of being shockingly bad or morally wrong
Παραδείγματα
World leaders condemned the enormity of the terrorist act.
Οι παγκόσμιοι ηγέτες καταδίκασαν το μέγεθος της τρομοκρατικής πράξης.
02
τεραστιότητα, κτηνωδία
an act of extreme wickedness
03
τερατώδης, κακοήθεια
the quality of extreme wickedness
04
τεράστιο μέγεθος, κλίμακα
the great scale or magnitude of something
Παραδείγματα
They were unprepared for the enormity of the responsibilities that came with leadership.
Δεν ήταν προετοιμασμένοι για το μέγεθος των ευθυνών που συνόδευαν την ηγεσία.
Λεξικό Δέντρο
enormity
enorm



























