Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enlarger
01
μεγεθυντικό μηχάνημα, συσκευή μεγέθυνσης
a device used in traditional film photography to project the image from a photographic negative onto light-sensitive paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enlargers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enlarger
enlarge



























