Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enlargement
01
διεύρυνση, μεγέθυνση
the action of making something bigger in size, quantity, or scope
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
μεγέθυνση, μεγεθυμένη εκτύπωση
a photographic print that has been enlarged
03
διεύρυνση, εμβάθυνση
a discussion that provides additional information
04
διεύρυνση, μεγέθυνση
the state of being enlarged
Λεξικό Δέντρο
enlargement
enlarge



























