Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enlarge
01
μεγαλώνω, διευρύνω
to grow or increase in size or dimensions
Intransitive
Παραδείγματα
Our garden is enlarging as we add more plants and flowers.
Ο κήπος μας μεγαλώνει καθώς προσθέτουμε περισσότερα φυτά και λουλούδια.
02
μεγαλώνω, αυξάνω
to increase the size or quantity of something
Transitive: to enlarge a size or quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enlarge
γ΄ ενικό πρόσωπο
enlarges
ενεστώτα μετοχή
enlarging
απλός αόριστος
enlarged
παθητική μετοχή
enlarged
Παραδείγματα
The university is enlarging its research facilities, investing in state-of-the-art equipment to support innovative projects.
Το πανεπιστήμιο μεγαλώνει τις ερευνητικές του εγκαταστάσεις, επενδύοντας σε εξοπλισμό αιχμής για την υποστήριξη καινοτόμων έργων.
03
διευρύνω, επεκτείνω
to provide greater scope or extent for something
Transitive: to enlarge a scope or extent
Παραδείγματα
The government's new policy aims at enlarging access to education.
Η νέα πολιτική της κυβέρνησης στοχεύει στη διεύρυνση της πρόσβασης στην εκπαίδευση.
04
αναπτύσσω, επεκτείνω
to speak or write extensively on a particular topic
Intransitive: to enlarge upon a topic
Παραδείγματα
During the lecture, the professor chose to enlarge upon the historical context of the event.
Κατά τη διάρκεια της διάλεξης, ο καθηγητής επέλεξε να επεκτείνει το ιστορικό πλαίσιο του γεγονότος.
Λεξικό Δέντρο
enlarged
enlargement
enlarger
enlarge



























