energising
e
ˈɛ
e
ner
gi
ʤaɪ
jai
sing
zɪng
zing
energizing

Ορισμός και σημασία του "energising"στα αγγλικά

energising
01

ενεργοποιητικός, αναζωογονητικός

supplying motive force 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most energising
συγκριτικός βαθμός
more energising
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store