Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
energising
01
ενεργοποιητικός, αναζωογονητικός
supplying motive force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most energising
συγκριτικός βαθμός
more energising
διαβαθμίσιμο



























