endocardium
Pronunciation
/ˌɛndoʊkˈɑːɹdiəm/
endocardia

Ορισμός και σημασία του "endocardium"στα αγγλικά

01

ενδοκάρδιο, λεπτό στρώμα ιστού που επενδύει το εσωτερικό των καρδιακών θαλάμων και βαλβίδων

the thin layer of tissue that lines the inside of the heart chambers and valves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
endocardia
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store