Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endemic
01
ενδημικός
relating to a disease or condition that is commonly found in a specific area or group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Malaria is endemic to tropical regions, where the climate provides a suitable environment for the transmission of the disease.
Η ελονοσία είναι ενδημική στις τροπικές περιοχές, όπου το κλίμα παρέχει ένα κατάλληλο περιβάλλον για τη μετάδοση της ασθένειας.
02
ενδημικός
found or restricted to a specific geographic region or habitat
Παραδείγματα
The endemic species of bird is only found in the remote forests of the island.
Το ενδημικό είδος πτηνού βρίσκεται μόνο στα απομακρυσμένα δάση του νησιού.
Endemic
01
ενδημικό, ενδημικό είδος
an animal or plant that is native to and restricted to a specific geographic region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
endemics
Παραδείγματα
The lemur is an endemic of Madagascar.
Ο λεμούριος είναι ένα ενδημικό της Μαδαγασκάρης.
Λεξικό Δέντρο
endemic
endem



























