Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to end up
01
καταλήγω, βρίσκομαι
to eventually reach or find oneself in a particular place, situation, or condition, often unexpectedly or as a result of circumstances
Transitive: to end up doing sth
Intransitive: to end up somewhere | to end up in a state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
end
ενεστώτας
end up
γ΄ ενικό πρόσωπο
ends up
ενεστώτα μετοχή
ending up
απλός αόριστος
ended up
παθητική μετοχή
ended up
Παραδείγματα
Despite careful planning, we somehow ended up getting lost in the unfamiliar city.
Παρά την προσεκτική σχεδίαση, κατά κάποιο τρόπο καταλήξαμε να χαθούμε στην άγνωστη πόλη.



























