encyclopedic
en
ɪn
in
cyc
ˌsaɪk
saik
lo
pe
ˈpi:
pi
dic
dɪk
dik
orthopedic
encyclopaedic
encyclopædic

Ορισμός και σημασία του "encyclopedic"στα αγγλικά

encyclopedic
01

εγκυκλοπαιδικός

containing extensive information covering a wide range of topics or subjects 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encyclopedic
συγκριτικός βαθμός
more encyclopedic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His encyclopedic knowledge of history allowed him to answer any question on the subject. 

Η εγκυκλοπαιδική γνώση της ιστορίας του του επέτρεψε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με το θέμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store