Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encyclopedic
/ɪnˌsaɪkɫəˈpidɪk/, /ɪnˌsaɪkɫoʊˈpidɪk/
encyclopaedic
encyclopædic
encyclopedic
01
εγκυκλοπαιδικός
containing extensive information covering a wide range of topics or subjects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encyclopedic
συγκριτικός βαθμός
more encyclopedic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His encyclopedic memory allowed him to recall even the most obscure details from past events.
Η εγκυκλοπαιδική του μνήμη του επέτρεπε να θυμάται ακόμα και τις πιο ασαφείς λεπτομέρειες από παλιά γεγονότα.
Λεξικό Δέντρο
encyclopedic
encyclopedia



























