Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encyclopedic
01
εγκυκλοπαιδικός
containing extensive information covering a wide range of topics or subjects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encyclopedic
συγκριτικός βαθμός
more encyclopedic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
knowledge, information, scope
Παραδείγματα
His encyclopedic knowledge of history allowed him to answer any question on the subject.
Η εγκυκλοπαιδική γνώση της ιστορίας του του επέτρεψε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με το θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
encyclopedic
encyclopedia



























