Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enchanting
01
γοητευτικός, μαγευτικός
having a magical and charming quality that captures attention and brings joy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enchanting
συγκριτικός βαθμός
more enchanting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enchanting melody of the flute echoed through the forest, filling the air with a sense of wonder and joy.
Η γοητευτική μελωδία του φλάουτου ηχούσε στο δάσος, γεμίζοντας τον αέρα με μια αίσθηση θαυμασμού και χαράς.
Λεξικό Δέντρο
disenchanting
enchantingly
enchanting
enchant
chant



























