Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enchanting
01
γοητευτικός, μαγευτικός
having a magical and charming quality that captures attention and brings joy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enchanting
συγκριτικός βαθμός
more enchanting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, perception, aesthetics
Παραδείγματα
The garden was filled with enchanting flowers, their colors and fragrance creating a magical atmosphere.
Ο κήπος ήταν γεμάτος με γοητευτικά λουλούδια, τα χρώματα και η μυρωδιά τους δημιουργούσαν μια μαγική ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disenchanting
enchantingly
enchanting
enchant
chant



























