Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enchanted
01
μαγεμένος, γοητευμένος
filled with joy, often as a result of experiencing something magical or captivating
Παραδείγματα
The children were enchanted by the fairy tale's mystical creatures and enchanted forests.
Τα παιδιά ήταν γοητευμένα από τα μυστικιστικά πλάσματα και τα μαγεμένα δάση του παραμυθιού.
02
γοητευμένος, μαγεμένος
under a magical influence or spell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enchanted
συγκριτικός βαθμός
more enchanted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The princess was enchanted.
Η πριγκίπισσα ήταν γοητευμένη.
Λεξικό Δέντρο
disenchanted
enchanted
chanted
chant



























