empathy
em
ˈɛm
em
pa
thy
θi
thi

Ορισμός και σημασία του "empathy"στα αγγλικά

01

ενσυναίσθηση, συμπόνια

the ability to understand and share the feelings of another person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She showed great empathy toward her friend during the difficult time. 

Έδειξε μεγάλη ενσυναίσθηση προς τη φίλη της κατά τη δύσκολη περίοδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

empathism
empathize
empathy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store