empathy
Pronunciation
/ˈɛmpəθi/

Ορισμός και σημασία του "empathy"στα αγγλικά

01

ενσυναίσθηση, συμπόνια

the ability to understand and share the feelings of another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In tough situations, empathy can help resolve conflicts peacefully.
Σε δύσκολες καταστάσεις, η ενσυναίσθηση μπορεί να βοηθήσει στην ειρηνική επίλυση συγκρούσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store