Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emolument
01
αμοιβή, μισθός
payment, salary, or compensation received for work or services rendered, often in the context of employment or official position
Παραδείγματα
The artist 's emolument from the sale of her paintings provided her with a steady income to support her livelihood.
Το αποδοχές της καλλιτέχνιδας από την πώληση των πινάκων της της παρείχε ένα σταθερό εισόδημα για να υποστηρίξει τη διαβίωσή της.



























