Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emitter
01
εκπομπός, πηγή ηλεκτρονίων
a place in a voltage-controlling devise in which electrons are created
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
emitters
02
εκπομπός, συσκευή εκπομπής
something, such as a device or machine, that releases or sends out something, such as light, sound, or gas
Παραδείγματα
The smoke emitter released steam into the air.
Ο εκπομπός καπνού απελευθέρωσε ατμό στον αέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
emitter
emit



























