Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emigrate
01
μεταναστεύω, μετακομίζω στο εξωτερικό
to leave one's own country in order to live in a foreign country
Intransitive: to emigrate | to emigrate to a place | to emigrate from a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
emigrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
emigrates
ενεστώτα μετοχή
emigrating
απλός αόριστος
emigrated
παθητική μετοχή
emigrated
Παραδείγματα
In the 19th century, large numbers of Europeans chose to emigrate to the United States in pursuit of a brighter future.
Τον 19ο αιώνα, μεγάλος αριθμός Ευρωπαίων επέλεξε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες σε αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος.
Λεξικό Δέντρο
emigrant
emigrate



























