Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emigrate
01
μεταναστεύω, μετακομίζω στο εξωτερικό
to leave one's own country in order to live in a foreign country
Intransitive: to emigrate | to emigrate to a place | to emigrate from a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
emigrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
emigrates
ενεστώτα μετοχή
emigrating
απλός αόριστος
emigrated
παθητική μετοχή
emigrated
Παραδείγματα
Many Irish emigrated to America in the 19th century due to poverty and famine in their homeland.
Πολλοί Ιρλανδοί μετανάστευσαν στην Αμερική τον 19ο αιώνα λόγω φτώχειας και πείνας στην πατρίδα τους.
Λεξικό Δέντρο
emigrant
emigrate



























