Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emery paper
01
χαρτί γυαλόχαρτου, χαρτί σμυριδιάς
stiff paper coated with powdered emery or sand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
emery papers
LanGeek



























