emerging
e
ˈi
ι
mer
mɜr
μερρ
ging
ʤɪng
τζινγκ
/ɪmˈɜːd‍ʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "emerging"στα αγγλικά

01

αναδυόμενος, αναπτυσσόμενος

coming to maturity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emerging
συγκριτικός βαθμός
more emerging
διαβαθμίσιμο
02

αναδυόμενος, αναδυόμενος

coming into existence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store