Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emerging
01
αναδυόμενος, αναπτυσσόμενος
coming to maturity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emerging
συγκριτικός βαθμός
more emerging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, process, change
02
αναδυόμενος, αναδυόμενος
beginning to exist or take recognizable form
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
emerging
emerge



























