emerging
e
ɪ
i
mer
ˈmɜ:
ging
ʤɪng
jing

Ορισμός και σημασία του "emerging"στα αγγλικά

01

αναδυόμενος, αναπτυσσόμενος

coming to maturity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emerging
συγκριτικός βαθμός
more emerging
διαβαθμίσιμο
02

αναδυόμενος, αναδυόμενος

coming into existence 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store