emboldened
em
ɪm
im
bol
ˈbəʊl
bewl
dened
dənd
dēnd

Ορισμός και σημασία του "emboldened"στα αγγλικά

emboldened
01

δίπλα-δίπλα, γειτονικός

side by side 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emboldened
συγκριτικός βαθμός
more emboldened
διαβαθμίσιμο
02

ενθαρρυμένος, ενδυναμωμένος

feeling more confident or courageous, often as a result of encouragement or support 
Παραδείγματα
She felt emboldened by the support of her friends to speak out. 

Αισθάνθηκε πιο θαρραλέα με την υποστήριξη των φίλων της να μιλήσει.

Λεξικό Δέντρο

emboldened
embolden
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store