Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emboldened
01
δίπλα-δίπλα, γειτονικός
side by side
02
ενθαρρυμένος, ενδυναμωμένος
feeling more confident or courageous, often as a result of encouragement or support
Παραδείγματα
The emboldened soldier charged forward without fear.
Ο ενθαρρυμένος στρατιώτης επιτέθηκε μπροστά χωρίς φόβο.
Λεξικό Δέντρο
emboldened
embolden



























