Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emaciation
01
αδυναμία, ακραία λεπτότητα
a state of extreme thinness and weakness, often due to illness, starvation, etc.
Παραδείγματα
The severity of his emaciation was a clear sign of the neglect and abuse he had suffered.
Η σοβαρότητα της απώλειας βάρους του ήταν ένα σαφές σημάδι της παραμέλησης και της κακοποίησης που είχε υποστεί.
Λεξικό Δέντρο
emaciation
emaciate



























