Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elliptic
01
ελλειπτικός, ωοειδής
rounded like an egg
02
ελλειπτικός, λακωνικός
characterized by extreme economy of expression or omission of superfluous elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elliptic
συγκριτικός βαθμός
more elliptic
διαβαθμίσιμο
03
ελλειπτικός, σε σχήμα έλλειψης
(of a leaf shape) in the form of an ellipse
Λεξικό Δέντρο
ellipticity
elliptic
ellipse



























