Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elegance
01
κομψότητα
a quality of grace, style, and refinement in appearance, behavior, or design
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her gown exuded timeless elegance.
Το φόρεμά της εξέπεμπε διαχρονική κομψότητα.
02
κομψότητα, εξαιρετικότητα
neatness and ingenious simplicity in solving a problem or creating a design
Παραδείγματα
The proof's elegance lay in its brevity.
Η κομψότητα της απόδειξης έγκειτο στη συντομία της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inelegance
elegance
eleg



























