electrolyte
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ro
lyte
laɪt
lait
electrocute

Ορισμός και σημασία του "electrolyte"στα αγγλικά

01

ηλεκτρολύτης, ηλεκτρολυτική ουσία

a substance that, when dissolved in a solution, produces ions and enables the conduction of electric current 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electrolytes
Παραδείγματα
Sodium chloride (NaCl) is a common electrolyte that dissociates into sodium ions (Na⁺) and chloride ions (Cl⁻) in solution. 

Το χλωριούχο νάτριο (NaCl) είναι ένας κοινός ηλεκτρολύτης που διασπάται σε ιόντα νατρίου (Na⁺) και ιόντα χλωρίου (Cl⁻) σε διάλυμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store