electricity
e
ɪ
i
lect
ˌlɛkt
lekt
ri
ri
ci
si
ty
ti
ti
multiplicityauthenticityduplicitysynchronicity

Ορισμός και σημασία του "electricity"στα αγγλικά

01

ηλεκτρισμός

a source of power used for lighting, heating, and operating machines 
electricity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
During the storm, we lost electricity for a few hours. 

Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, χάσαμε τον ηλεκτρισμό για μερικές ώρες.

02

ηλεκτρισμός, ηλεκτρικό ρεύμα

a form of energy resulting from the presence and movement of charged particles 
Παραδείγματα
Electricity flows through conductors like copper, allowing power to reach homes and businesses. 

Ο ηλεκτρισμός ρέει μέσω αγωγών όπως ο χαλκός, επιτρέποντας στην ενέργεια να φτάσει σε σπίτια και επιχειρήσεις.

03

ηλεκτρισμός, ενθουσιασμός

keen and shared excitement 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store