Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electricity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
During the storm, we lost electricity for a few hours.
Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, χάσαμε τον ηλεκτρισμό για μερικές ώρες.
02
ηλεκτρισμός, ηλεκτρικό ρεύμα
a form of energy resulting from the presence and movement of charged particles
Παραδείγματα
Electricity flows through conductors like copper, allowing power to reach homes and businesses.
Ο ηλεκτρισμός ρέει μέσω αγωγών όπως ο χαλκός, επιτρέποντας στην ενέργεια να φτάσει σε σπίτια και επιχειρήσεις.
03
ηλεκτρισμός, ενθουσιασμός
keen and shared excitement
Λεξικό Δέντρο
electricity
electric
electr



























