electric motor
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ric
rɪk
rik
mo
məʊ
mew
tor

Ορισμός και σημασία του "electric motor"στα αγγλικά

Electric motor
01

ηλεκτρικός κινητήρας, κινητήρας ηλεκτρικού ρεύματος

a device that converts electrical energy into mechanical energy, typically through electromagnetic interactions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electric motors
Παραδείγματα
The engineer repaired the electric motor to restore the machine's functionality. 

Ο μηχανικός επισκεύασε τον ηλεκτρικό κινητήρα για να αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα του μηχανήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store