electric chair
e
ɪ
ι
lect
ˈlɛkt
λεκτ
ric
rɪk
ρικ
chair
ʧeə
τσε

Ορισμός και σημασία του "electric chair"στα αγγλικά

Electric chair
01

ηλεκτρική καρέκλα, ηλεκτρικό κάθισμα

a device used for carrying out capital punishment by electrocution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
electric chairs
Παραδείγματα
The condemned prisoner was sentenced to death by the electric chair for his crimes. 

Ο καταδικασμένος κρατούμενος καταδικάστηκε σε θάνατο με την ηλεκτρική καρέκλα για τα εγκλήματά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store