Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electric chair
01
ηλεκτρική καρέκλα, ηλεκτρικό κάθισμα
a device used for carrying out capital punishment by electrocution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electric chairs
Παραδείγματα
The condemned prisoner was sentenced to death by the electric chair for his crimes.
Ο καταδικασμένος κρατούμενος καταδικάστηκε σε θάνατο με την ηλεκτρική καρέκλα για τα εγκλήματά του.



























