Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Egoist
01
εγωιστής
an individual mainly focused on their own interests, often ignoring others' needs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
egoists
Παραδείγματα
The CEO was labeled an egoist after taking a bonus and laying off many employees.
Ο CEO χαρακτηρίστηκε εγωιστής αφού πήρε μπόνους και απολύθηκε πολλοί εργαζόμενοι.
02
εγωιστής, εγωκεντρικός
a conceited and self-centered person
Λεξικό Δέντρο
egoistic
egoist
ego



























