alveolar
al
æl
āl
veo
ˈvi:ə
viē
lar

Ορισμός και σημασία του "alveolar"στα αγγλικά

01

κυψελιδικός, σχετικός με τους κυψελίδες των πνευμόνων

pertaining to the tiny air sacs of the lungs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

αλβεολικός, σχετικός με τις υποδοχές των δοντιών

pertaining to the sockets of the teeth or that part of the upper jaw 
01

φωνούμενο άλβεολο, άλβεολος σύμφωνο

a sound produced with the tip or blade of the tongue touching or near the alveolar ridge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alveolars
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store