alum
a
ˈæ
αι
lum
ləm
λαμ
/ˈaləm/

Ορισμός και σημασία του "alum"στα αγγλικά

01

πρώην φοιτητής, αποφοιτημένος

a person who has received a degree from a school (high school or college or university)
alum definition and meaning
02

στυπτηρία, διπλό θειικό άλας αλουμινίου και καλίου

a double sulphate of aluminum and potassium that is used as an astringent (among other things)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alums
03

στυπτηρία, διπλό θειικό άλας αλουμινίου και καλίου

a white crystalline double sulfate of aluminum: the potassium double sulfate of aluminum
04

στυπτηρία, διπλό θειικό άλας αλουμινίου και αμμωνίου

a white crystalline double sulfate of aluminum: the ammonium double sulfate of aluminum
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store