Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alum
01
πρώην φοιτητής, αποφοιτημένος
a person who has received a degree from a school (high school or college or university)
02
στυπτηρία, διπλό θειικό άλας αλουμινίου και καλίου
a double sulphate of aluminum and potassium that is used as an astringent (among other things)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alums
03
στυπτηρία, διπλό θειικό άλας αλουμινίου και καλίου
a white crystalline double sulfate of aluminum: the potassium double sulfate of aluminum
04
στυπτηρία, διπλό θειικό άλας αλουμινίου και αμμωνίου
a white crystalline double sulfate of aluminum: the ammonium double sulfate of aluminum
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aluminous
alum



























