ectomorph
ec
ˈɛk
ek
to
morph
mɔ:f
mawf

Ορισμός και σημασία του "ectomorph"στα αγγλικά

01

εκτόμορφος, άτομο με φυσικά λεπτό σωματότυπο

(physiology) an individual with a naturally thin body type 
ectomorph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ectomorphs

Λεξικό Δέντρο

ectomorphic
ectomorph
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store