Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to economize
01
οικονομώ, φειδόμαι
to use less money, time, or other resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
economize
γ΄ ενικό πρόσωπο
economizes
ενεστώτα μετοχή
economizing
απλός αόριστος
economized
παθητική μετοχή
economized
Παραδείγματα
The startup aimed to economize on office supplies by switching to a paperless system.
Η startup στόχευε να οικονομήσει σε γραφεία με τη μετάβαση σε ένα χαρτί σύστημα.
Λεξικό Δέντρο
economizer
economize
economy



























