Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to economize
01
οικονομώ, φειδόμαι
to use less money, time, or other resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
economize
γ΄ ενικό πρόσωπο
economizes
ενεστώτα μετοχή
economizing
απλός αόριστος
economized
παθητική μετοχή
economized
Παραδείγματα
She learned to economize her time by planning her tasks in advance.
Έμαθε να οικονομεί το χρόνο της προγραμματίζοντας τις εργασίες της εκ των προτέρων.
Λεξικό Δέντρο
economizer
economize
economy



























