ecologist
e
i
i
co
ˈkɒ
ko
lo
gist
ʤɪst
jist
biologistvirologistoncologistserologist

Ορισμός και σημασία του "ecologist"στα αγγλικά

01

οικολόγος, περιβαλλοντολόγος

in a manner that relates to or concerns the environment and its interactions with living organisms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ecologists
Παραδείγματα
The ecologist observed how pollution affects local wildlife. 

Ο οικολόγος παρατήρησε πώς η ρύπανση επηρεάζει την τοπική άγρια ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ecologist
ecology
eco
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store