Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eclampsia
01
εκλαμψία, τοξαιμία εγκυμοσύνης
a pregnancy complication characterized by high blood pressure and seizures that can be detrimental to the health of mother and baby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eclampsias
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
preeclampsia
eclampsia



























