Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
echoing
01
ηχηρός, που αντηχεί
producing repeated or reflected sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most echoing
συγκριτικός βαθμός
more echoing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old library had a grand echoing staircase, amplifying even the slightest noise.
Η παλιά βιβλιοθήκη είχε μια μεγάλη ηχηρή σκάλα, που ενίσχυε ακόμη και τον ελάχιστο θόρυβο.
Λεξικό Δέντρο
reechoing
echoing
echo



























