echoing
e
ˈɛ
ε
choing
kəʊɪng
κεουινγκ

Ορισμός και σημασία του "echoing"στα αγγλικά

01

ηχηρός, που αντηχεί

producing repeated or reflected sounds 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most echoing
συγκριτικός βαθμός
more echoing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, acoustics, space
Παραδείγματα
The cave was known for its echoing chamber, where every sound was magnified and repeated. 

Το σπήλαιο ήταν γνωστό για την ηχηρή του αίθουσα, όπου κάθε ήχος ενισχυόταν και επαναλαμβανόταν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reechoing
echoing
echo
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store