Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Altimeter
01
υψομετρητής, ενδείκτης υψομέτρου
an instrument used to measure and indicate the altitude of an object above a fixed level, typically the Earth's surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
altimeters
Παραδείγματα
Glider pilots use altimeters to navigate and optimize their flight paths based on changes in elevation and atmospheric conditions.
Οι πιλότοι ανεμόπτερων χρησιμοποιούν υψομέτρες για να πλοηγούνται και να βελτιστοποιούν τις τροχιές πτήσης τους με βάση τις αλλαγές στο υψόμετρο και τις ατμοσφαιρικές συνθήκες.



























