Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eavesdrop
01
κρυφακούω, ακούω κρυφά μια συζήτηση
to secretly listen to a conversation without the knowledge or consent of those involved
Intransitive: to eavesdrop on a conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eavesdrop
γ΄ ενικό πρόσωπο
eavesdrops
ενεστώτα μετοχή
eavesdropping
απλός αόριστος
eavesdropped
παθητική μετοχή
eavesdropped
Παραδείγματα
The journalist discreetly eavesdropped on the confidential meeting to gather exclusive information.
Ο δημοσιογράφος κρυφοκούταξε διακριτικά τη συνεδρίαση για να συλλέξει αποκλειστικές πληροφορίες.
Λεξικό Δέντρο
eavesdropper
eavesdrop



























