Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eavesdrop
01
κρυφακούω, ακούω κρυφά μια συζήτηση
to secretly listen to a conversation without the knowledge or consent of those involved
Intransitive: to eavesdrop on a conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eavesdrop
γ΄ ενικό πρόσωπο
eavesdrops
ενεστώτα μετοχή
eavesdropping
απλός αόριστος
eavesdropped
παθητική μετοχή
eavesdropped
Παραδείγματα
The siblings would often eavesdrop on each other's phone calls, causing occasional disputes.
Τα αδέλφια συχνά κρυφοκοίταζαν τις τηλεφωνικές συνομιλίες του άλλου, προκαλώντας περιστασιακές διαμάχες.
Λεξικό Δέντρο
eavesdropper
eavesdrop



























