Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eave
01
στεγαστικό χείλος, προεξοχή οροφής
the lower edge or overhang of a roof that projects beyond the supporting walls, providing protection from the elements and directing water away from the building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eaves



























