Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eatery
01
εστιατόριο, καφετέρια
a café or restaurant where food is served
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eateries
LanGeek



























