Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to alter
01
αλλάζω, τροποποιώ
to cause something to change
Transitive: to alter sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alter
γ΄ ενικό πρόσωπο
alters
ενεστώτα μετοχή
altering
απλός αόριστος
altered
παθητική μετοχή
altered
Παραδείγματα
New technologies can greatly alter the way we live and communicate.
Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τον τρόπο που ζούμε και επικοινωνούμε.
02
αλλάζω, τροποποιώ
to change without becoming totally different
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, people's tastes and preferences can alter.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι γούστοι και οι προτιμήσεις των ανθρώπων μπορούν να αλλάξουν.
03
αλλάζω, προσαρμόζω
to make changes to a garment in order to adjust its size, style, or overall appearance
Transitive: to alter a garment
Παραδείγματα
The skilled tailor was able to transform the oversized suit into a perfectly tailored and fitted ensemble.
Ο επιδέξιος ράφτης μπόρεσε να μετατρέψει το υπερμεγέθες κοστούμι σε ένα τέλεια ραμμένο και εφαρμοστό σύνολο.
04
στειρώνω, ευνουχίζω
to remove the reproductive organs of an animal
Dialect
American
Transitive: to alter an animal
Παραδείγματα
The veterinarian will alter the male dog to prevent unwanted breeding and reduce aggressive behavior.
Ο κτηνίατρος θα στερίσει το αρσενικό σκύλο για να αποτρέψει την ανεπιθύμητη αναπαραγωγή και να μειώσει την επιθετική συμπεριφορά.
Λεξικό Δέντρο
alterable
alteration
alterative
alter



























