easel
ea
ˈi
ι
sel
zəl
ζαλ
/ˈiːzə‍l/

Ορισμός και σημασία του "easel"στα αγγλικά

01

καβαλέτο, στήριγμα καμβά

a wooden frame, usually a tripod, that an artist uses to support a canvas
easel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
easels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store