Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Easel
01
καβαλέτο, στήριγμα καμβά
a wooden frame, usually a tripod, that an artist uses to support a canvas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
easels
LanGeek



























