altar
Pronunciation
/ˈɔɫtɝ/

Ορισμός και σημασία του "altar"στα αγγλικά

01

βωμός, τράπεζα της Θείας Κοινωνίας

the table in a church, used for giving communion in Christianity
altar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
altars
Παραδείγματα
The priest placed the chalice and paten on the altar before the Eucharistic celebration.
Ο ιερέας τοποθέτησε το δισκοπότηρο και την πατένα στο θυσιαστήριο πριν από την ευχαριστιακή γιορτή.
02

βωμός, τραπέζι βωμού

a raised platform or structure where offerings or sacrifices are made to a deity
Παραδείγματα
Candles and offerings filled the altar in the shrine.
Τα κεριά και οι προσφορές γέμισαν το βωμό στο ιερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store