earache
earache
ɪəeɪk
ieeik

Ορισμός και σημασία του "earache"στα αγγλικά

01

πόνος στο αυτί, ωταλγία

a pain inside the ear 
earache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earaches
Παραδείγματα
Don't ignore a severe earache, it might need medical attention. 

Μην αγνοείτε έναν σοβαρό πόνο στο αυτί, μπορεί να χρειαστεί ιατρική φροντίδα.

Λεξικό Δέντρο

earache

ear

+

ache

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store