ear
ear
i‌ə
lirpeeremirir

Ορισμός και σημασία του "ear"στα αγγλικά

01

αυτί

each of the two body parts that we use for hearing 
ear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ears
Παραδείγματα
He listened attentively with her hand cupped behind her ear. 

Άκουσε προσεκτικά με το χέρι του σαν κούπα πίσω από το αυτί του.

02

αυτί, ακοή

good hearing 
03

αυτί, αυτί

the externally visible cartilaginous structure of the external ear 
04

αυτί, προσοχή

attention to what is said 
05

σταχύς, καλαμπόκι

fruiting spike of a cereal plant especially corn 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store