Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dutifully
01
επιμελώς, υπάκουα
in a way that shows a strong sense of obligation, respect, or willingness to do what is expected
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She dutifully followed her parents' instructions without question.
Ακολούθησε υπεύθυνα τις οδηγίες των γονιών της χωρίς αμφιβολία.
Λεξικό Δέντρο
dutifully
dutiful
duty



























