dustup
Pronunciation
/dˈʌstʌp/

Ορισμός και σημασία του "dustup"στα αγγλικά

01

καβγάς, τσακωμός

a quarrel or fight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dustups
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store