Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Durham
01
Ντάραμ, αγγλική ράτσα βοοειδών με κοντά κέρατα
English breed of short-horned cattle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
durhams
02
Ντάραμ, μια πόλη στο βόρειο κέντρο της Βόρειας Καρολίνας· έδρα του Πανεπιστημίου Ντιουκ
a city of north central North Carolina; site of Duke University



























